O καρκίνος του παγκρέατος αποτελεί την 4η αιτία θανάτου από καρκίνο παγκοσμίως, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται αύξηση των διαγνώσεων σε νέες μαύρες γυναίκες. Παρόλες τις νέες θεραπευτικές μεθόδους, η θνησιμότητα της νόσου δεν έχει αλλάξει σημαντικά.

Αρκετοί παράγοντες έχουν ενοχοποιηθεί για τη νόσο όχι όμως στον ίδιο βαθμό. Ένας παράγοντας είναι το κάπνισμα και γενικά η έκθεση σε χημικά και βαρέα μέταλλα, κάποια από τα οποία περιλαμβάνονται στον καπνό του τσιγάρου. Ένας άλλος παράγοντας είναι η παχυσαρκία και το μεταβολικό σύνδρομο, ιδίως αν πρόκειται για εφηβική και γενικότερα νεαρή ηλικία του ατόμου ως περίοδο έναρξης , χωρίς όμως να έχει συσχετισθεί και με συγκεκριμένο διατροφολόγιο. Επιπλέον, η έλλειψη βιταμίνης D σε ορισμένες μελέτες φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένα ποσοστά καρκίνου παγκρέατος, αν και αρκετά δεδομένα είναι ακόμα αντικρουόμενα, ενώ επίσης ο χρόνιος διαβήτης είναι μια οντότητα που ακόμα ερευνάται η σχέση του με τη νόσο, ιδίως ο μη-ινσουλινοεξαρτώμενος διαβήτης. Τέλος δε, τα τελευταία έτη ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη γενετική προδιάθεση. Αρκετά πάνελ μεταλλάξεων ανά περιόδους εμπλουτίζονται με γονίδια που επηρεάζουν τη διάγνωση και τη θεραπεία διαφόρων ειδών καρκίνου και αρκετά από αυτά αφορούν το πάγκρεας. Ακόμα δεν διαθέτουμε θεραπείες για κάθε μετάλλαξη, όμως αποκτούμε σημαντικές πληροφορίες για τη μοριακή βιολογία του όγκου και για την πιθανότητα ύπαρξης κληρονομικού συνδρόμου.

Τα βασικά συμπτώματα της νόσου είναι ο ίκτερος, διάχυτο κοιλιακό άλγος, συχνά με αντανάκλαση στην οσφύ, ναυτία, απώλεια βάρους ή δυσπεψία. Αξίζει να σημειωθεί πως σε μεγάλο ποσοστό η νόσος ανευρίσκεται σε τυχαίο έλεγχο άνευ συμπτωμάτων. Ακολουθεί ειδική απεικόνιση με αξονική τομογραφία με πρωτόκολλο παγκρέατος, μαγνητική κοιλίας και ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα για λήψη βιοψίας.

Ακολούθως κάθε ασθενής πρέπει να εκτιμηθεί συνολικά από ειδικό ογκολόγο, χειρουργό με εμπειρία σε επεμβάσεις παγκρέατος και ακτινοδιαγνώστη για να διερευνηθεί ακριβώς η εξαιρεσιμότητα του όγκου. Χορήγηση χημειοθεραπειών πριν ή μετά την επέμβαση είναι η πρώτη φάση αντιμετώπισης της νόσου, ενώ σε πιο προχωρημένα στάδια χορηγούνται κατάλληλες χημειοθεραπείες και στοχευτικές θεραπείες- σε συνύπαρξη μεταλλάξεων στον όγκο-, ενώ θέση κατέχει υπό περιπτώσεις και η ακτινοχειρουργική

Το χολαγγειοκαρκίνωμα διακρίνεται ανατομικά σε ενδοηπατικό και εξωηπατικό και είναι αιτία για περίπου 40000 νέες διαγνώσεις το 2024 στις ΗΠΑ. Αντίστοιχα περίπου 30000 θάνατοι αναμένονται για την ίδια χρονική περίοδο. Αυτοί οι αριθμοί καθιστούν τη νόσο αρκετά σημαντική και χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης.

Δεν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου που έχουν επίσημα συχετισθεί με την εμφάνιση χολαγγειοκαρκινώματος, εντούτοις ορισμένες νοσηρές καταστάσεις ίσως αποτελέσουν έναν επιβαρυντικό παράγοντα, όπως η ύπαρξη σκηρυντικής χολαγειίτιδας, η χρόνια χολολιθίαση, ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου, διάφορα ηπατικά νοσήματα, όπως κίρρωση, ηπατίτιδες, ο διαβήτης και παράγοντες όπως το καπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η έλλειψη σωματικής άσκησης και η παχυσαρκία.

Τα συμπτώματα της νόσου εμφανίζονται συχνά σε προχωρημένο στάδιο και είναι η απώλεια βάρους, μειωμένη όρεξη, ίκτερος και διάχυτο κοιλιακό άλγος. Η διάγνωση θα τεθεί με ένα συδνυασμό απεικονιστικών εξετάσεων που περιλαμβάνουν την αξονική τομογραφία και τη μαγνητική τομογραφία και εξετάσεις αίματος για έλεγχο καρκινικών δεικτών CEA, Ca19.9.

Απαραίτητη είναι η λήψη βιοψίας είτε ενδοσκοπικά με ενδοσκοπικό υπέρηχο-US, είτε με ERCP για να τεθεί και επίσημα η διάγνωση. Πάνω από το 90% των περιπτώσεων πρόκειται για αδενοκαρκίνωμα, ενώ συχνά πρέπει αυτό να διαφοροδιαγνωσθεί από αδενοκαρκίνωμα παγκρέατος που μπορεί να υπάρχουν παρόμοια μορφολογικά και απεικονιστικά χαρακτηριστικά.

Πρώτη προσοπάθεια αποτελεί η χειρουργική εξαίρεση της νόσου, αν και στις περισσότερες περιπτώσεις η νόσος είναι ανεγχείρητη κατά τη στιγμή της διάγνωσης. Τότε εφαρμόζεται συνδυασμός χημειοθεραπευτικών σκευασμάτων με ανοσοθεραπεία. Υπό περιπτώσεις μπορεί να γίνει και τοπική θεραπεία του καρκινώματος  με ειδικές ακτινοχειρουργικές επεμβάσεις. Οι θεραπείες είναι καλά ανεκτές, ενώ ελέγχεται ένα πλήθος μεταλλάξεων στον όγκο και αναλόγως δίδεται εξατομικευμένη θεραπεία.

Τέλος το ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα είναι μια σοβαρή νόσος του ήπατος που συχνά σχετίζεται με την κατανάλωση αλκοόλ ή την ύπαρξη ηπατίτιδας. Χρήζει στενής παρακολούθησης και η πρώτη προσπάθεια αφορά την χειρουργική εξαίρεση της νόσου. Σε προχωρημένα στάδια πλέον σημαντική θέση κατέχει η ανοσοθεραπεία, οι αντί-αγγειογενετικοί παράγοντες καθώς και τοπικές παρεμβάσεις στο ήπαρ.