
Ο καρκίνος του προστάτη αποτελεί σχεδόν το 30% των διαγνώσεων καρκίνου στους άντρες παγκοσμίως, με φυσικά να υπάρχουν διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα, όμως το γενικό ποσοστό παραμένει το ίδιο. Αποτελεί τον πρώτο σε συχνότητα καρκίνο στους άντρες με τα ποσοστά του να αυξάνονται περίπου κατά 3% ετησίως την τελευταία 10-ετία. Σε αυτό συμβάλλουν σαφώς και οι νέες διαγνωστικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται ευρέως. Ο συνδυασμός πρόληψης, έγκαιρης διάγνωσης και σωστής διαχείρισης καθιστά την 5-ετή επιβίωση στο 97%, κάτι που καθιστά τον καρκίνο του προστάτη ένα χρόνιο νόσημα. Το χρώμα του δέρματος και άλλες φυλετικές διαφοροποιήσεις επηρεάζουν τη συχνότητα εμφάνισης της νόσου , αλλά και την επιθετικότητά της, γι’ αυτό και σε υποκατηγορίες ατόμων, αλλάζει ο τρόπος παρακολούθησης και πρόληψης.
Η δακτυλική εξέταση και ο έλεγχος PSA αίματος αποτελούν τα πρωτα στάδια διάγνωσης ενός καρκίνου προστάτη, ενώ ακολουθεί βιοψία είτε διουρηθρικά είτε διαπερινεϊκά, αφού σαφώς προηγηθούν περαιτέρω απεικονιστικές εξετάσεις, καθώς πλέον χρησιμοποιείται όλο και πιο ευρέως η πολυπαραμετρική μαγνητική τομογραφία προστάτη. Καθώς μιλάμε για ένα νόσημα με στόχευση τη μακρά επιβίωση ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στα σωστά βήματα αντιμετώπισης της νόσου. Σύμφωνα με την Αμερικάνικη Ογκολογική εταιρεία, για άνδρα 65 ετών με καρκίνο προστάτη σε καλή βιολογική κατάσταση, στοχεύεται μία μέση επιβίωση 17,7 έτη.
Η γενετική αποτελεί και αυτή σημαντικό μέρος ελέγχου του νοσήματος, με γονίδια να ανακαλύπτονται ταχέως, ορισμένα εκ των οποίων με θεραπευτική παρέμβαση. 89% των περιπτώσεων με ευνουχο-άντοχο καρκίνο προστάτη φέρουν μια γενετική μετάλλαξη στον όγκο, με μόνο όμως 9% να είναι και κληρονομική. Η διάκριση ευνου-άντοχου και ορμονο-ευαίσθητου καρκίνου προστάτη είναι σημαντική για τα θεραπευτικά βήματα και προκύπτει από τις τιμές τεστοστερόνης και PSA αίματος σε συνδυασμό με την ορμονική θεραπεία που έχει λάβει ο ασθενής.
Ανάλογα με τις τιμές PSA, και ορισμένα στοιχεία από την ιστολογική κάθε ασθενής κατηγοριοποιείται και αναλόγως αποφασίζεται η θεραπευτική παρέμβαση. Αφού έχει ολοκληρωθεί ο απεικονιστικός στοχευμένος έλεγχος είτε με τη χρήση της τεχνικής ΡΕΤ, είτε με τις άλλες μεθόδους, ακολουθεί Ογκολογικό συμβούλιο, με τη συμμετοχή, παθολογοανατόμου, ακτινοθεραπευτή, γενετιστή, ουρολόγου και ειδικού ογκολόγου. Η θεραπεία της νόσου θα αποφασισθεί καθώς διαθέτουμε πολλαπλές επιλογές, με ορμονικό χειρισμό, χημειοθεραπεία, ραδιενεργά ιόντα, ακτινοθεραπεία και χειρουργική επέμβαση. Πάντα ο ογκολόγος οφείλει να γνωρίζει τα τελευταία θεραπευτικά δεδομένα για τη σωστή διαχείριση της νόσου.