Ο καρκίνος του νεφρού αντιστοιχεί στο 4% των διαγνώσεων καρκίνου συνολικά, με τον πιο συχνό μοριακό υπότυπο να είναι το διαυγοκυτταρικό καρκίνωμα, >70%. Το κάπνισμα, η παχυσαρκία και η υπέρταση θεωρούνται παράγοντες κινδύνου, ενώ συχνά διερευνάται και η ύπαρξη του κληρονομικού συνδρόμου von Hinpel-Lindau.

Βασική συμπτωματολογία είναι η αιματουρία, το κοιλιακό άλγος ή άλγος στην οσφύ, αλλά πιο συχνά η διάγνωση γίνεται μέσω τυχαίου ελέγχου. Ο υπέρηχος και η αξονική τομογραφία κοιλίας είναι επαρκείς διαγνωστικές εξετάσεις, καθώς και ο βασικός εργαστηριακός έλεγχος, χωρίς να υπάρχει κάποια άμεση συσχέτιση με καρκινικούς δείκτες. Σε περίπτωση μεταστατικής νόσου η διάγνωση θα γίνει από τη γενική συμπτωματολογία, ενώ απαραίτητη είναι η λήψη βιοψίας για τη βεβαίωση της πρωτοπαθούς εστίας.

Στα αρχικά στάδια της νόσου γίνεται πάντα προσπάθεια για χειρουργική εξαίρεση της βλάβης είτε με ριζική νεφρεκτομή είτε σε περιπτώσεις με μερική νεφρεκτομή, ενώ πλέον επεμβάσεις γίνονται και με ρομποτική υποβοήθηση. Η αφαίρεση λεμφαδένων κατά την επέμβαση αν και δεν χρησιμοποιείται ευρέως τεχνικά εντούτοις μας δίνει επιπλέον πληροφορίες για την έκταση και την επιθετικότητα της νόσου.

Η ανοσοθεραπεία ήρθε για να προσφέρει σημαντικό όφελος στην επιβίωση των ασθενών με καρκίνωμα νεφρού, όπου ανάλογα με το στάδιο της νόσου, την ύπαρξη συνοσηροτήτων και το διάστημα εμφάνισης πιθανής μεταστατικής νόσου, διαφορετικοί συνδυασμοί ανοσοθεραπείας με από του στόματος αγωγή δίδονται με εξαιρετικά αποτελέσματα. Αυτό απαιτεί από την πλευρά του Ογκολόγου σαφή γνώση διαχείρισης του καρκίνου νεφρού, καθώς υπάρχουν πολλαπλές γραμμές θεραπείας, εξατομικευμένα για κάθε ασθενή. Η ακτινοθεραπεία δεν κατέχει ιδιαίτερη θέση παρά μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις υπό ειδικές προϋποθέσεις.

Απαιτείται σαφώς καλή συνεργασία Ογκολόγου, ουρολόγου, ακτινοδιαγνώστη και παθολογοανατόμου και η διαχείριση της νόσου είναι απαραίτητο να γίνεται από ειδικό Ογκολόγο.